Loading...
 
Πρόληψη της νόσου και προαγωγή της υγείας
Τρίτη 22 Δεκ 2020
"Η προαγωγή της υγείας και πρόληψη της νόσου είναι το κατάλληλο φάρμακο για τα προβλήματα που δημιουργούνται από τις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες της δημόσιας υγείας."

Άρθρο του Διευθύνοντα Σύμβουλου της Logiscoop Pansyfa κου. Κωνσταντίνου Δούνα που δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό ιστότοπο της slpress.gr 

Η περσινή έκθεση του Π.Ο.Υ. αναφέρει ότι σε παγκόσμια κλίμακα, κατά μέσο όρο, δαπανάται για την υγεία το 10% του ΑΕΠ. Η αύξηση των δαπανών κυμαίνεται ετησίως μεταξύ 4%-6% με το 35% να επιβαρύνει τους πολίτες. Τα χημικά φάρμακα βαθμιαία αντικαθίστανται από τα φάρμακα βιοτεχνολογίας, νανοτεχνολογίας και από εξατομικευμένες γονιδιακές θεραπείες. Η ταχύτατη εξέλιξη των διαγνωστικών μηχανήματων και η χρήση των εργαλείων της ρομποτικής στις χειρουργικές επεμβάσεις ανεβάζουν συνεχώς το κόστος των δημοσίων δαπανών για την υγεία (απαξιώνονται πριν αποσβεστούν). Επιπροσθέτως, οι δαπάνες υγείας αυξάνονται λόγω της δημογραφικής μεταβολής (αύξηση του προσδόκιμου χρόνου επιβίωσης) και επιδημιολογικής μεταβολής (παχυσαρκία, άγχος κ.λπ.). Αντίθετα, οι πόροι υποστήριξης μειώνονται λόγω των μνημονιακών μέτρων και της μείωσης των εισφορών (ανεργία – μείωση εισοδήματών). Γίνεται αντιληπτό ότι η μέχρι τώρα ισορροπία μεταξύ κόστους και αποζημίωσης,  που προσφέρει το σύστημα «πατέντας» για την απόσβεση της επένδυσης και του κέρδους της φαρμακευτικής και ιατροτεχνολογικών μηχανημάτων βιομηχανίας, δεν επαρκεί για να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα. Τα ανωτέρω δεν συνιστούν απλά αλλαγές, αλλά ανατροπές στο μέχρι τώρα στάτους / ισορροπία του συστήματος υγείας, με επιπτώσεις στην ισότιμη πρόσβαση των πολιτών και κατ’ επέκταση στο επίπεδο υγείας των κοινωνιών. 

Από έγκριτους οργανισμούς υγείας, που παρατηρούν/μετρούν την αποτελεσματικότητα του υπάρχοντος μοντέλου συστήματος υγείας, συνομολογείται ότι, ενώ αυξάνεται το κόστος, το επίπεδο υγείας των πολιτών μειώνεται.  Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) , ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (Ε.Σ.Δ.Υ.) της χώρας μας  συστήνουν/προτρέπουν μετ’ επιτάσεως  να δοθεί έμφαση στην προαγωγή της υγείας και πρόληψης των ασθενειών.

Στο ερώτημα, αν οι πολιτικές προαγωγής και πρόληψης μπορούν να εξοικονομήσουν πόρους για να αντεπεξέλθει το σύστημα υγείας στα νέα δεδομένα, η απάντηση είναι εμφατικά καταφατική και το τεκμηριώνουν πολλές μελέτες  από τους ανωτέρω οργανισμούς. Τίθενται όμως τα ερωτήματα :  Γιατί ο ρυθμός πραγματοποίησής τους είναι από ανύπαρκτος έως εμβρυακός; Μπορεί και πώς στο υπάρχον «καθιερωμένο» μοντέλο δημόσιας υγείας να ενσωματωθούν / αναπτυχθούν πολιτικές προαγωγής και πρόληψης ;  Ποιες είναι οι αντιστάσεις / εμπόδια για την διαμόρφωσή τους; Ποιες αλλαγές πρέπει να πραγματοποιηθούν ώστε να επιτρέψουν την ανάπτυξη τους;

Οι διαστάσεις του «καθιερωμένου» μοντέλου

Ο προσανατολισμός του «καθιερωμένου» μοντέλου εστιάζει κατά κύριο λόγο στην αντιμετώπιση της ασθένειας. Και έχει ως κύρια χαρακτηριστικά τα εξής: α) ενεργεί αφότου ο πολίτης ασθενήσει, β) βασικός πυλώνας του μοντέλου είναι η δευτεροβάθμια βαθμίδα υγείας (νοσοκομειακές μονάδες) γ) φορείς παροχής  υπηρεσιών υγείας είναι κυρίως η ιατρική και νοσηλευτική κοινότητα. δ) οι πάροχοι των μέσων αντιμετώπισης είναι οι φαρμακευτικές εταιρίες και οι εταιρίες κατασκευής ιατροτεχνολογικών μηχανημάτων. ε) ο τρόπος λήψης των αποφάσεων τις πολιτείας γίνεται με βάση το «καθιερωμένο»  μοντέλο (αποφασίζει ο εκάστοτε υπουργός). Τα ανωτέρω συνιστούν ένα πλαίσιο βάσης/αναφοράς που διαμορφώνει τις «καθιερωμένες» αντιλήψεις/πεποιθήσεις και ανατροφοδοτείται από αυτές. Εν γένει, το «καθιερωμένο μοντέλο» μπορεί να ορισθεί ως ασθενοκεντρικό /ιατροκεντρικό

Οι πεποιθήσεις του  «καθιερωμένου» μοντέλου

Η ταύτιση του όρου υγεία με την αντιμετώπιση της ασθένειας, καθώς και η ταύτιση του όρου δημόσια υγεία με τα νοσοκομεία και τους ιατρούς αλλοιώνει τον όρο «δημόσια υγεία» και εκτοπίζει από το περιεχόμενο της την πρόληψη και προαγωγή της υγείας. Η αλλοίωση αυτή επιτρέπει/οδηγεί την ιατρική επιστήμη και κατ’ επέκταση τον  ιατρικό κλάδο και τις εταιρίες που δραστηριοποιούνται, στο εν λόγω πεδίο, να αξιώνουν κυριαρχία επί του συνόλου της υγείας, με αποτέλεσμα οι πολιτικές για την υγεία να διαμορφώνονται στα μέτρα/ ανάγκες του πλέγματος σχέσεων των παρόχων υγείας (κυρίως Ιατρών και Εταιριών) και όχι στα μέτρα των κοινωνικών αναγκών. 

Ο τεχνοκρατικός προσδιορισμός της ποιότητας της υγείας ορίζει τις στατιστικές ως το απόλυτο πλαίσιο λήψης των αποφάσεων. Οι στατιστικές είναι χρήσιμες, όταν εντάσσονται σε ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει/προσμετρά τις ανθρώπινες αξίες, όπως η αρχή της ισότιμης πρόσβασης , της αλληλεγγύης, η αναγνώριση της διαφορετικότητας του κάθε ανθρώπου και ως προς τις παθήσεις αλλά και ως προς την συμπεριφορά / ψυχολογία του κ.λπ.

Η «θεοποίηση» του ρόλου των ειδικών, εν προκειμένω των ιατρών, έχει ως αποτέλεσμα την μεροληψία των θεσμών απόδοσης ευθυνών και την άρνηση πλαισίου ηθικής αξιολόγησης, που προσδιορίζει τα απαιτούμενα όρια για οτιδήποτε/οποιονδήποτε, ώστε να μην εκπίπτει στην ύβρη.

Παράλληλα, οι νεοφιλελεύθερες πεποιθήσεις τείνουν να ανατρέψουν την ετερόκλητη σχέση μεταξύ των υπηρεσιών υγείας ως κοινωνικού αγαθού και ως εμπορικού προϊόντος υπέρ του δεύτερου, μην αναγνωρίζοντας τις δαπάνες υγείας ως αναπαραγωγικές και κατατάσσοντάς τες στις καταναλωτικές. Υπό αυτό το πρίσμα, η εισαγωγή κανόνων ελεύθερης αγοράς, αργά ή γρήγορα, θα επιφέρει ανισοτιμία στην πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας.

Η υπέρβαση του καθιερωμένου μοντέλου εστιάζει  στην προαγωγή της υγείας και πρόληψης των ασθενειών

Οι πολιτικές προαγωγής και πρόληψης έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: α) ενεργοποιούνται πριν ασθενήσει κάποιος β) είναι σε συνεχή δραστηριοποίηση/επαγρύπνηση γ) ως πυλώνα έχουν την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, όπου εδράζονται/εργάζονται επαγγελματίες υγείας , κέντρα υγείας , ιδιωτικά ιατρεία , δημοτικά ιατρεία ,φαρμακεία, οίκοι αποκατάστασης κ.λπ. Δηλαδή ένα οικοσύστημα επαγγελματιών υγείας με μεγάλη διασπορά στον κοινωνικό ιστό. Η διαφορά στην κρατική δαπάνη μεταξύ πρόληψης και αντιμετώπισης είναι τεράστια. Π.χ. περί το 45% των καρδιαγγειακών παθήσεων (εμφράγματα – εγκεφαλικά) είναι υπαιτιότητας σακχαρώδους διαβήτη, είτε αδιάγνωστου είτε διαγνωσμένου αλλά μη ρυθμισμένου, ενώ το κόστος στην εντατική κυμαίνεται από 14.000€ έως 34.000€, ανάλογα με την έκταση του φαινομένου. Αν υπολογίσουμε και την επιβάρυνση του δημοσίου με δαπάνες για αναγκαίους ακρωτηριασμούς, αντιμετώπιση μερικής η ολικής ανικανότητας για εργασία, πρόωρης συνταξιοδότησης και λόγω της απώλειας παραγωγικού χρόνου, γίνεται εύκολα αντιληπτή η ανάγκη για πολιτικές προαγωγής και πρόληψης της υγείας που θα μπορούσαν να αποτρέψουν ή να περιορίσουν τα ανωτέρω. Η αξιοποίηση του οικοσυστήματος των επαγγελματιών υγείας στις τοπικές κοινωνίες, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης, ώστε να ευαισθητοποιηθούν/κινητοποιηθούν οι πολίτες, δεν απαιτεί σημαντικές επενδύσεις από το δημόσιο. Η παρακίνηση/παρώθηση των πολιτών να επιληφθούν οι ίδιοι των θεμάτων της υγείας τους, συμβάλλει στην διαμόρφωση συνειδητά αυτόνομων πολιτών έναντι της ετερονομικής συνείδησης (κάποιος άλλος να κάνει κάτι για αυτούς), με αποτέλεσμα να απολαμβάνουν το αγαθό της ελευθερίας. Με την ανάπτυξη πολιτικών προαγωγής και πρόληψης δεν θα υπάρχει η ανάγκη να εκχωρείται δημόσιος χώρος της δευτεροβάθμιας φροντίδας προς τον ιδιωτικό τομέα (ιδιωτικά νοσοκομεία κ.λπ.). Άλλο τα κοινωνικά αγαθά, όπως είναι η υγεία, και άλλο τα καταναλωτικά αγαθά. Τα πρώτα είναι θέμα του δημόσιου, τα δεύτερα του ιδιωτικού τομέα ως εκ της διαφορετικής φύσεως των δύο πλευρών. Η αξιοποίηση/ ενεργοποίηση του οικοσυστήματος στις τοπικές κοινωνίες επιφέρει την αρμονική ισορροπία στην έννοια της δημόσιας υγείας μεταξύ προαγωγής/πρόληψης και αντιμετώπισης  των ασθενειών. Το σύστημα δημόσιας υγείας μεταβάλλεται από ασθενοκεντρικό /ιατροκεντρικό  σε κοινωνικοκεντρικό /ανθρωποκεντρικό. Η μεταβολή αυτή περιορίζει την διαπραγματευτική ισχύ των δυνάμεων που δεν ωφελούνται από την μείωση των κρατικών δαπανών, γιατί σημαίνει μείωση εσόδων για τους ίδιους. Τέλος, θα πρέπει να διερωτηθούμε τι θα συνέβαινε αν η λήψη των αποφάσεων δεν γινόταν από τον εκάστοτε υπουργό, αλλά από ένα θεσμισμένο σώμα με αποφασιστικό χαρακτήρα, στο οποίο θα μετείχαν οι φορείς παροχής των υπηρεσιών (γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσηλευτές κ.λπ.), οι λήπτες/χρήστες των υπηρεσιών (ασθενείς-πολίτες) καθώς και οι δημόσιοι οργανισμοί υγείας (Ε.Ο.Φ., Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κ.λπ.).